Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

γκουγκλ

Πληκτρολογώντας χ περίμενα απεγνωσμένα να εμφανιστεί το όνομα σου...
Μάταια.


Όπως και να χει, η χρυσή αυγή δεν έχει ξεπεράσει ακόμη σε κλικ τις ανεργίες της χρυσής ευκαιρίας.

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Προαύλιο λέμε, όχι ταράτσα!!!



Το πρόσωπό σου

Το αληθινό σου πρόσωπο, φεγγάρι που επιστρέφει
δε θέλει πια να εξαπατά, δε βρίσκει αντιστάσεις
μες στα γρανάζια της ζωής που ξεκολλούν και σβήνουν
τις λάμπες, όταν μέσα μου βραδιάζει

Το πρόσωπό σου στο κενό της νύχτας που ανεβαίνει
είναι  ακατάληπτο, μαρτυρικό, καθώς πληγώνει
είδωλο μιας απερίγραπτης στιγμής
η φοβερή ανάμνηση που δε θα ξημερώσει

Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε και είναι
γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη
σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι

Το πρόσωπό σου δε θα γίνει καλοκαίρι
μες στους ανθρώπους δε θα ξημερώσει




Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
απ το “Δύσκολο Θάνατο


(λίγο πριν τον Προπομπό)

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

#26 - Τσιγγάνικος γάμος




Τσιγγάνικος γάμος
(7/9/2013)

Σάββατο βράδυ. Περπατώ στις γειτονιές της Ανθούπολης. Ξαφνικά συνειδητοποιώ πως αυτά που -σε μυθοπλαστικά πλαίσια- έγραφα τις προηγούμενες μέρες τώρα γίνονται πραγματικότητα. Ακούω μουσική από μακριά. Πίσω απ την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας μάλλον έχει στηθεί γλέντι τρικούβερτο. Βαδίζω προς τα κει, λίγο πιο κάτω παίζουν πέντε-έξι τσιγγανόπουλα. Μου λένε πως πρόκειται για γάμο. Με τα πολλά φτάνω έξω απ την εκκλησία. Εκατοντάδες τσιγγάνοι κι εγώ. Γάμος. Φαγητό άφθονο και ποτό. Τραπέζια στο δρόμο, κόσμος,  χειροποίητη μουσική σκηνή από παλέτες και ξύλα. Απ τα ηχεία τα έκο δίνουν και παίρνουν. Στη μέση οι άνθρωποι χορεύουν ασταμάτητα. Κουνάνε κάτι άσπρα σεντόνια ψηλά για να φύγει η παρθενιά της νύφης. Πετάνε στον αέρα κάτι παράξενα χαρτονομίσματα που μοιάζουν με δολάρια. Χρώματα πολλά ολούθε. Στα πρόσωπα και στα ρούχα.

Στέκομαι δίπλα στη σκηνή. Αριστερά μου ο πληκτράς. Δεν έχω ιδέα από πλήκτρα· είμαι τόσο κοντά στα συνθ του όμως που αισθάνομαι πως αν τεντώσω τα χέρια μου θα βγούνε μουσικές από Σοπέν, Ρέι Μάνζαρεκ και Μπόρις Κόβατς. Ο τσιγγάνος τραγουδιστής μου φαίνεται γνωστός. Ο πληκτράς με την ολόμαυρη κατσαρή τρίχα και τα αυθεντικά μυτερά παπούτσια μου ξεφουρνίζει απλά ένα όνομα: Δημήτρης Μπέκος. Δεν είμαι τσιγγάνος του λέω αλλά τον γνωρίζω τον Μπέκο απ τις ταινίες του Τσιώλη. Αυτός γνέφει καταφατικά και μου κλείνει το μάτι. Καταλαβαινόμαστε χωρίς πολλά πολλά. Στο μεταξύ ο άνθρωπος βρίσκεται έτη φωτός μπροστά! Έχει γυρίσει ενενήντα μοίρες δεξιά το κεφάλι και μου μιλά ενώ παράλληλα σολάρει στα πλήκτρα, καπνίζει και πίνει. Συντονίζεται και με τη μπάντα, ανταλλάσοντας περίεργα νεύματα με το μπασίστα που κρατά στα χέρια του ένα λεοπαρδαλέ εξάχορδο μπάσο. Τρελαίνομαι!

Πάω απ την άλλη μεριά της σκηνής για να βλέπω καλύτερα. Χωρίς να το πάρω χαμπάρι -αφού έχω χαζέψει απ τις εικόνες γύρω μου- κάποιος μου βάζει ποτήρι στα χέρια. Με γεμίζει κόκκινο κρασί. Απολαμβάνω τη βραδιά. Βρίσκομαι ευχάριστα ξεχασμένος εκεί για καμιά ώρα. Κάπου πιάνει το μάτι μου το Χάρη. Ο Χάρης είναι τσιγγάνος και μεγάλος μουσικός. Αυτοδίδακτος κλαριτζής και σεμνός καλλιτέχνης. Τον είχα γνωρίσει όταν υπηρετούσα αλφαμίτης στο ΚΕΤΘ Αυλώνα. Είχε έρθει για να πάρει τρελόχαρτο. Είχαμε πιάσει κουβέντα τότε. Ήμασταν και γείτονες. Έκτοτε τον ξαναείδα φέτος στο θέατρο ΕΜΠΡΟΣ να ντύνει μουσικά με την ορχήστρα του τη μουσικοθεατρική παράσταση “Η Πόρτα” του Τσιώλη. Ο Χάρης με αγκαλιάζει και μου λέει χαρούμενος ότι θα ξαναπαίξει και φέτος η παράσταση στη μουσική σκηνή της Αυλαίας στο Βοτανικό. Έλα όποτε θες στο θέατρο, πες πως είσαι από μένα. Κατεβαίνω, μου λέει συχνά πυκνά και στο Μεταξουργείο με τα παιδιά και παίζουμε στο δρόμο. Θα με ξαναπετύχεις.

Έχει πάει αργά. Αποχαιρετιζόμαστε θερμά με το Χάρη και αποχωρώ. Τα λέμε φιλάρα. Τα λέμε. Για δυο τρία στενά ακόμα η μουσική απ το γάμο με συνοδεύει. Απίστευτο βράδυ. Στιγμές και πράγματα που εμφανίζονται απ το πουθενά και σε βοηθούν να ξεφεύγεις. Λίγο πριν βγω στη Θηβών απ τα ηχεία του κωλοφτιαγμένου χόντα ακούγεται ο Γιαννάκης ο Βαρδής: “Ίσως, ίσως μια μέρα, να ξεφύγεις απ το μέλλον που σου φτιάξανε…”. Μεγάλα λόγια. Αααααχ!!!







Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

#25 - Τι δεν καταλαβαίνεις;


Τι δεν καταλαβαίνεις; 

Ασυντόνιστες συχνότητες είμαστε…
που αν καμιά φορά
συντονιζόμαστε
αναμετάξυ μας
με ευκολία,

με την ίδια χυδαία ευκολία
καταφέρνουμε
και ξεγεννάμε μιαν έγκυο
απ τον πρώτο κιόλα μήνα της·


απ το μηδέν,
πλάθοντας καρκίνους
αφήνουμε ισότοπα πλουτωνίων να διαρρέουν
-Pu-239, 238, 240-

κι όπως μονάχα εμείς ξέρουμε,
εμπιστευόμαστε μοναδικά χαμόγελα
-τριγύρω-
σπέρνοντας πάντα το χάος.



Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

#24 - 1η Σεπτέμβρη

"Casablanca", the end...
1η Σεπτέμβρη

Απόψε το καλοκαίρι τελειώνει. Στις επαύλεις των γερμανών παραθεριστών πραγματοποιούνται τα τελευταία φετινά πάρτι. Εκεί που κάποιοι γιορτάζουν κάποιοι άλλοι ανησυχούν σπάζοντας τα κεφάλια τους για το πως θα βγάλουν κι αυτό το χειμώνα. Κάτω απ τη γέφυρα του Κηφισού, οι φτωχοδιάβολοι προετοιμάζουν σαν τα μυρμήγκια το μέλλον τους. Καπνίζοντας τα τελευταία δανεικά αποτσίγαρα απ το δρόμο χωνεύουν στην ιδέα πως τίποτα δεν πρόκειται ν αλλάξει προς το καλύτερο. Ποτέ. Ακούγεται ο ήχος απ τις ρουφηξιές της τζούρας μονάχα. Και πάφα πούφα, πάφα πούφα. Παραδίπλα τα αυτοκίνητα σειρά το ένα πίσω απ το άλλο διασχίζουν μ αναμμένα φώτα  την εθνική.

Απόψε που το καλοκαίρι τελειώνει εσύ ντύνεσαι με το καλύτερο κοστούμι σου. Βγαίνεις έξω την ώρα που η μέρα αφήνεται στη νύχτα. Έχεις σαν προέκταση του χεριού σου το δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι που σου έκαναν δώρο στα περασμένα σου γενέθλια. Να καταγράψεις τους ήχους της πόλης θέλεις καθώς θα χάνεται στο φθινοπωρινό αντάμωμα. Αφήνεσαι στους δρόμους. Πετάς τα καλά δερμάτινα παπούτσια σου και περπατάς ξυπόλυτος. Η πρώτη φθινοπωρινή βροχή θα προβάλλει απ τον κοντινό πυροσβεστικό κρουνό. Τροχαίο δυστύχημα. Κάποιο αυτοκίνητο στούκαρε πάνω του σαν σε αμερικάνικο φιλμ προηγούμενων δεκαετιών. Εσύ τη γλιτώνεις παρατρίχα όπως κάνεις πάντα. Απτόητος χορεύεις κάτω απ το νερό της τεχνητής σου βροχής. Ολόκληροι οι ήχοι -απ το τρακάρισμα και μετά- καταγράφονται στο ανοιχτό μαγνητοφωνάκι.

Από μακριά ακούγονται παράξενες μουσικές. Γυρολόγοι όλων των ειδών, αθίγγανοι-ρομά, μετανάστες αδέρφια μας, πρόσφυγες και προσφυγόπουλα έχουνε στήσει χορό σε μιαν αλάνα. Με νταούλια, κλαρίνα, ακορντεόν και άλλα περίεργα μουσικά όργανα. αποχαιρετούν το θέρος. Σε περιμένουν κι εσένα να τους συντροφεύσεις στο κύκλο που έχουν φτιάξει. Στη μέση έχουν ανάψει μια τεράστια φωτιά. Όχι επειδή κρυώνουν. Όχι. Πολύ απλά εκεί μέσα -όπως σου ψιθύρισαν- καίνε τη μοναξιά. Χορεύεις λοιπόν αυτή τη φορά εκστασιασμένος σε ρυθμούς διονυσιακούς. Το μαγνητοφωνάκι είναι ανοιχτό. Αφημένο σε μια γωνιά αντιγράφει αθόρυβο τους ήχους του γλεντιού. Στις επαύλεις δεν ξέρουν να γλεντάνε. Τρώνε γαρίδες σε καλαμάκι· τις συνοδεύουν με εξεζητημένες σος παπαρουνόσπορου και βασιλικού. Στην αλάνα ψήνουν κατσίκια που στα σωθικά τους μέσα έχουν βάλει ρύζι, πλιγούρι, ψιλικομμένα συκωτάκια και αρωματικά. Τρώνε με τα χέρια. Τα πρόσωπα ολονών είναι κοκκινισμένα απ τη φωτιά κι απ το μπούκοβο.

Φεύγεις κι από εκεί για να προλάβεις το ξημέρωμα πριν σε προλάβει εκείνο. Ανεβαίνεις προς τις εργατικές συνοικίες. Κάτω από μια οκταόροφη πολυκατοικία κόσμος μαζεμένος. Στην ταράτσα μια γυναίκα γύρω στα τριάντα απειλεί ν αυτοκτονήσει. Ίσα που προλαβαίνεις να βάλεις σε λειτουργία το μαγνητόφωνο. Η φωνή της ακούγεται ως το υπερπέραν. «Δεν πάει άλλο», κραυγάζει και πέφτει στο κενό. Σε κλάσματα δευτερολέπτων ένα ουρλιαχτό στον αέρα, ο κόσμος τραβιέται πίσω, το κινούμενο σώμα χτυπάει σε μια τέντα και ύστερα καρφώνεται στο έδαφος. Αν είχες κάμερα σκέφτεσαι θ άξιζε να καταγράψεις και την εικόνα. Αμείλικτος σαν τους επαγγελματίες δημοσιογράφους! Έχεις αδειάσει από συναισθήματα. Γιατί;

Ανατολικά ξεπροβάλλει ο ήλιος από τον Υμηττό. 1η Σεπτέμβρη. Τον κοιτάς κατάμουτρα κι αυτός σε τυφλώνει με τις πρώτες αχτίδες του. Την ίδια στιγμή κάποιο χέρι σου σκουντάει την πλάτη. Γυρνάς λιγάκι τρομαγμένος. Μοιάζει να είναι εκείνη. Προσπαθείς να συνθέσεις στο μυαλό σου την εικόνα του προσώπου της. Ναι είναι όντως εκείνη. Δε θυμάσαι που την είχες αφήσει, που σε είχε αφήσει την τελευταία φορά. Τι να θέλει άραγε; Τι να θέλει; Ανοίγει το στόμα της να μιλήσει. Την ίδια ώρα ξεσπά σε λυγμούς. Το ίδιο κι εσύ. Έρχεται κοντά στο αυτί σου. Ψιθυρίζει: «καλό φθινόπωρο…» σου λέει και «καλό χειμώνα».

Κρατάς στο χέρι το μαγνητόφωνο κλειστό. Ήθελες να το ανοίξεις μα δεν το έκανες. Ο ήχος της φωνής της έσβησε για σένα μαζί με το καλοκαίρι που μόλις τελείωσε.


31/8 προς 1/9/2013